Η γνωριμία μου με τη Marianna Sanni ξεκίνησε στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, που εργάζεται. Αρχικά νόμιζα πως είναι ένα από τα παιδιά των μεταναστών που έφτασαν στην Ελλάδα με το μεγάλο κύμα του ’90. Είχα κάνει λάθος.
Είναι κάτι παραπάνω από ένα παιδί μεταναστών, διότι είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που ένα παιδί από ξένους γονείς έχει ελληνική υπηκοότητα. Αλλά οι γονείς της είναι ακόμα ξένοι. Είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν κάθε χρόνο, εδώ και τριάντα χρόνια, παράβολα στο κράτος, που δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν «αξίζουν» την ιθαγένεια.
Αν θέλεις, μου είπε η Μαριάνα, να μάθεις πώς στην ίδια οικογένεια ζούμε πολίτες με τρεις διαφορετικές υπηκοότητες και με ένα μέλος χωρίς καν υπηκοότητα, έλα να συζητήσουμε.
Οι γονείς μου πρωτοήρθαν στην Ελλάδα πριν από τριάντα χρόνια. Ο πατέρας μου ο Gain με υποτροφία από το Λάγος της Νιγηρίας για σπουδές στην ιατρική. Βέβαια δεν τέλειωσε ποτέ τις σπουδές του και δεν έγινε ποτέ γιατρός. Η μητέρα μου Lolita, από τη πλευρά της, σχεδόν την ίδια εποχή, ήρθε από τις Φιλιππίνες ως εργαζόμενη στην πρεσβεία της χώρας της. Ως απλή καθαρίστρια. Τότε έφερναν και τις καθαρίστριες από τις χώρες τους οι πρεσβείες, διότι ακόμα δεν υπήρχε η σημερινή αφθονία των ξένων εργαζομένων στην Ελλάδα.
Έτσι συναντήθηκαν οι δρόμοι τους εντελώς τυχαία στην Αθήνα, ερωτεύτηκαν και δεν άργησαν να παντρευτούν κιόλας. Μετά τον γάμο τους εδώ κι αφού τότε ευκολότερα θα μπορούσε κάποιος να πάει στη Νιγηρία, ο πατέρας μου αποφάσισε να πάρει τη μάνα μου και να πάνε να παντρευτούν κανονικά στη Νιγηρία. Μια κουβέντα δηλαδή, αλλά φαντάζομαι πως όλοι οι νέοι από τότε δεν σκέφτονταν και τόσο μακριά κι ας μας λένε εμάς τώρα που μεγάλωσαν το αντίθετο.
Ναι μεν παντρεύτηκαν με κανονικό γάμο και με ένα παραδοσιακό γλέντι, όπως μας έχουν διηγηθεί, αλλά ξεκίνησαν άμεσα προβλήματα. Η μητέρα μου ήταν ήδη έγκυος κι έπρεπε να γεννήσει πρώτα εκεί και μετά να σκεφτούν το ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα.
Έμειναν περίπου δυο χρόνια στη Νιγηρία και με πολλές προσπάθειες και θυσίες κατάφεραν να ξαναγυρίσουν στην Ελλάδα. Σε μια χώρα που, όπως λένε οι ίδιοι, τους πήρε πολύ λιγότερο χρόνο να την ερωτευτούν απ’ ό,τι ο ένας τον άλλον.
Τον μεγάλο μου αδελφό όμως, τον Jamiu, τον οποίον παρεμπιπτόντως δεν έχω γνωρίσει ακόμα, τον άφησαν στη γιαγιά μου.
Με τον ερχομό τους στην Αθήνα, με πολλές θυσίες και αιματηρές προσωπικές οικονομίες, μπόρεσαν κι άνοιξαν ένα μικρό μαγαζί στην οδό Γερανίου όπου πουλούσαν ηλεκτρικά είδη και μικροπράγματα. Με πολλές δυσκολίες, όπως οι ίδιοι μας έχουν πει, αλλά και με όλα αυτά που έχω ζήσει εγώ η ίδια στη συνέχεια.
Διότι το κατάστημα αυτό, μετά και τη γέννηση τη δική μου αλλά και της μικρότερης αδελφής μου της Αυγουστίνας, όταν και τα έξοδα αυξήθηκαν, δεν μπορούσε πλέον από μόνο του να μας ζήσει όλους. Έτσι ξεκίνησε μια οδύσσεια για όλους εμάς. Μικρούς και μεγάλους. Με ένα παλιό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πατέρας μας και φορτωμένο με πράγματα που πηγαίναμε να πουλήσουμε, έχουμε ταξιδέψει από άκρη σε άκρη της Ελλάδος. Πάρα πολλές φορές έχουμε κοιμηθεί στο αυτοκίνητο και εμείς και οι γονείς μας. Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως κάτι τέτοιο έχουμε κάνει στην Κρήτη.
Ξεκινώντας το σχολείο εγώ και η αδελφή μου, που είναι ένα χρόνο μικρότερή μου, δεν μπορώ να πω πως αντιμετώπισα κάποιον ρατσισμό από τους συμμαθητές μου. Βέβαια τα παιδικά πράγματα του τύπου: “Μαυρούλα ρίξε μου την μπάλα”, ή “Κύρια, η μαύρη μού πήρε το μολύβι” δεν έλειψαν ποτέ, αλλά αυτό είναι κάτι που εμένα προσωπικά ποτέ δεν με πείραξε. Με το χρώμα μου έχω συμφιλιωθεί από πολύ μικρή. Το διασκέδαζα κιόλας.
Αυτό, όμως, που δεν θα ξεχάσω ποτέ και ακόμα και σήμερα, όσες φορές το ακούω θυμώνω πολύ, είναι εκείνο το τραγούδι του Ζαμπέτα που αναφέρεται στον “αράπη τον μαύρο”. Ήθελα και θέλω να σπάσω το ραδιόφωνο όταν το ακούω. Δεν λέω πως το έγραψε με κάποιο ρατσιστικό σκοπό, αλλά, όταν οι συμμαθητές μου ήθελαν να μας πειράξουν, τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι.
Ο Γολγοθάς ξεκινά…
Το καλό για μας πάντως είναι πως σιγά-σιγά αρχίζουν και λιγοστεύουν τα βάσανα. Τα οποία ξεκίνησαν κανονικά όταν έκλεισα τα δεκαοκτώ μου χρόνια. Από το λύκειο ακόμα, δειλά δειλά ο Γολγοθάς έκανε την εμφάνισή του. Τότε έπρεπε να προσκομίσω στις πανελλήνιες εξετάσεις την ταυτότητά μου.
Αλλά ταυτότητα εγώ δεν είχα. Γεννήθηκα στην Ελλάδα και από τότε που οι γονείς μου γύρισαν πίσω από τη Νιγηρία, κάνοντας, έκτος του αδελφού μου που έχουμε εκεί, κι άλλα τρία παιδιά, ουδέποτε ταξίδεψαν για τη χώρα του πατέρα μου.
Τότε έκανε την εμφάνισή του το τέρας της γραφειοκρατίας. Ενώ εμείς λέγαμε: Να τα χαρτιά μας που αποδεικνύουν τη γέννησή μου εδώ! Η προτροπή ήταν να γυρίσω στη Νιγηρία και να φέρω χαρτί που να λέει πως έχω τελειώσει το Λύκειο εκεί. Μα ποιο Λύκειο στη Νιγηρία, όταν εγώ ποτέ μου δεν βγήκα από την Ελλάδα;
Και άντε, τον σκόπελο αυτό τον ξεπεράσαμε. Μας περίμεναν πολλά περισσότερα βάσανα μετά. Εγώ πέρασα στην ΑΣΟΕΕ. Χαρήκαμε πολύ στην οικογένεια και το γιορτάσαμε δεόντως. Μέχρι που διαπιστώσαμε πως δεν θα μπορούσα να εγγραφώ στο Πανεπιστήμιο διότι δεν είχα ελληνική υπηκοότητα. Οι γονείς μου δεν είχαν και δεν έχουν διότι δεν μπόρεσαν να πληρώσουν κάθε φορά τα ένσημα για την άδεια παραμονής τους, οπότε κατά καιρούς ήταν στην ημιπαρανομία.
Βέβαια, κανονικά πλήρωναν την εφορία για το κατάστημα. Αυτό τωρα έχει μεταφερθεί στη Πάνορμου, εκεί κοντά στη γειτονιά που μένουμε. Κι έτσι τότε άκουσα ξανά το απίθανο: πρέπει να γυρίσω στη Νιγηρία, να πάρω βίζα στην ελληνική πρεσβεία και να γυρίσω ως σπουδάστρια στην Ελλάδα. Οι φίλες μου γελούσαν με όλο αυτό διότι νόμιζαν ότι τους κάνω πλάκα.
Από τότε ξεκίνησα να βάζω ένσημα κανονικά και υποβλήθηκα κι εγώ στο ίδιο μαρτύριο με τους γονείς μου στις ουρές του δήμου, αλλά ταυτόχρονα έκανα και την αίτηση πολιτογραφήσεως. Προς πολύ μεγάλη μου τύχη από πέρσι είμαι και με χαρτί Ελληνίδα.
Και να σου πω την αλήθεια το μοναδικό πράγμα που επιθυμώ από τότε είναι να με σταματήσει στο δρόμο η αστυνομία. Περιέργως όμως δεν συνέβη ποτέ. Θα ακουστεί κλισέ και κοινότοπο αυτό, αλλά εγώ πραγματικά είμαι Ελληνίδα, δεν νιώθω Ελληνίδα.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Ελλάδα. Δεν σκέπτομαι να φύγω από την Ελλάδα ποτέ, κι όμως, οι γονείς μου είναι με άδεια παραμονής και με βεβαιώσεις. Στην ίδια οικογένεια δυο παιδιά είμαστε με ελληνική υπηκοότητα, το άλλο παιδί χωρίς καμία υπηκοότητα, η μητέρα με φιλιππινέζικο διαβατήριο κι ο πατέρας Νιγηριανός πολίτης. Χώρια ο μεγάλος μας αδελφός, που ούτε τον γνωρίζουμε, ούτε μας γνωρίζει. Αλλά πλέον μπορώ να πω πως, αφού τα κατάφερα εγώ, θα παλέψω να τα καταφέρουν και οι άλλοι. Κι όχι μόνο οι δικοί μου, αλλά και όλα τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
Για την Κυριακάτικη Αυγή