Θα πρέπει να ήταν πριν δυόμιση χρόνια περίπου, όταν βρισκόμενος εντελώς τυχαία σε μια επαγγελματική συζήτηση με άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους με τον Αλβανό πρέσβη στην Αθήνα, έγινα αυτόπτης μάρτυρας μιας ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ανάμεσα στον επικεφαλής της αλβανικής διπλωματίας στην Ελλάδα και ενός εκδότη αλβανικής εφημερίδας. Ας εξηγηθώ: ο πρέσβης μας απευθυνόταν στον Ιταλό(!) εκδότη της εφημερίδας, ζητώντας του να διαψεύσει μια είδηση, όπου μεταξύ άλλον, αν δεν κάνω λαθος, την καταγγελία διπλωματικού υπαλλήλου που ισχυριζόταν πως η απομάκρυνσή της από τη πρεσβεία δεν ήταν τίποτα άλλο από μια συνηθισμένη κομματική αλβανική πρακτική, που τη συναντάς παντού.
Εκείνο όμως, που μου είχε τραβήξει τη προσοχή ήταν η γλώσσα της αλληλογραφίας των δυο ανδρών. Γινόταν στα …ιταλικά, παρά το γεγονός πως μιλάμε για είδηση που γράφτηκε σε αλβανική εφημερίδα. Αργότερα , και αφού ενδιαφέρθηκα να μάθω απο περιέργεια, ανακάλυψα ότι τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Η εφημερίδα ανήκει σε ιταλό επιχειρηματία-εκδότη , για αυτό και η συζήτηση γινόταν στα ιταλικά.
Όλα αυτά τα θυμήθηκα έντονα αυτές τις ημέρες, όταν εξαιτίας ενός άρθρου μου με τίτλο «Οι άναρθρες κραυγές και η απάθεια των γειτόνων» για την καθημερινή αλβανική εφημερίδα “LiBERTAS” στις 28 Οκτωβρίου, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια ολομέτωπη επίθεση συναδέλφων Αλβανών, όπου έφτασαν μέχρι το σημείο, που με την ευκολία που περιγράφεται η επίσκεψη σχολίου των περιχώρων των Τιράνων σε θεατρική επιθεώρηση, να αμφισβητείται όχι μόνο ο σκοπός για τον οποίο γράφτηκε το άρθρο μου, αλλά ακόμα και ο ίδιος ο πατριωτισμός μου.
Προσωπικά είμαι της άποψης πως όταν η δημοσιογραφία μετατρέπετε σε όργανο επίθεσης και συκοφαντίας συναδέλφων, αντί να πράξει τον σοβαρό ρόλο που εχει να παίξει σε μια πραγματική δημοκρατία και μια πολιτισμένη κοινωνία, παύει να είναι δημοσιογραφία. Ξεκινώντας από αυτό, δεν νιώθω καθόλου βολικά που αναγκάζομαι να αναλωθώ σε κουβέντες που με αφορούν προσωπικά, αντί να χρησιμοποιήσω τον χώρο που μου εχει παραχωρήσει η εφημερίδα, για να αναδείξω θέματα που σχετίζονται κυρίως με την μετανάστευση.
Από την άλλη όμως, αναρωτιέμαι: ποια είναι σήμερα η μεζούρα που μετρά την αλβανικότητα κάποιου; Μήπως άραγε, το να είσαι εργαζόμενος σε ελληνικά μέσα, είναι από μόνο του αμαρτία; Το να πληρώνεσαι για τις υπηρεσίες που προσφέρεις σε Έλληνα εργοδότη, είναι αιρετικό; Η παρουσία σου στην Ελλάδα, περίπου τη μισή ζωή, η πλήρης ένταξή σου στην κοινωνική, επαγγελματική και πολιτική ζωή αυτής της χώρας, σου αφαιρεί το δικαίωμα να κριτικάρεις , έστω και επιφανειακά, την πολιτική ζωή της Αλβανίας; Μήπως άραγε, ο επαγγελματικός σου βίος στην Ελλάδα, σε κάνει αυτόματα και «Έλληνα που δεν αγαπάς άλλο την Αλβανία»; Και που είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν δημοσιογράφο αλβανικής καταγωγής, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, πληρώνεται για την εργασία του από ελληνικά μέσα (ταυτόχρονα κρατά επαφές με την πατρίδα μέσο του τύπου της αφού είναι και ανταποκριτής του) , από τον Αλβανό δημοσιογράφο που εργάζεται μεν σε αλβανική εφημερίδα αλλά πληρώνεται από εργοδότη Ιταλό, Γάλλο, Γερμανό ή …Κουβεϊτιανό;
Έχει άραγε το ηθικό δικαίωμα (δεν αναφέρομαι καν στην συναδελφικότητα και την δεοντολογία διότι από αυτά που γνωρίζω, οι λέξεις είναι άγνωστες στον αλβανικό τύπο…), να κατηγορήσει ο ένας εκ των δυο των άλλον, ότι τάχα μου «δεν νομιμοποιείται», να εκφραστεί για τα προβλήματα της πατρίδας, από τη στιγμή που «πληρώνεται από ξένους;»
Κλείνοντας, είμαι της άποψης πως το «παραλήρημα της μεγαλειότητας» και η «ιδιωτικοποίηση του πατριωτισμού» ξεσκεπάζουν αν μη τι άλλο, την ρηχότητα των επιχειρημάτων και αναδεικνύουν την διανοητική ένδεια.
Duhet të kenë kaluar afër sisht dy vjet e gjysmë, a më tepër, kur tejet rastësisht, i ndodhur me ambasadorin e Shqipërisë në Athinë, në një bisedë profesionale rutinë mes atij dhe disa kolegëve gazetarë, m’u dha mundësia të jem dëshmitar okular i një debati elektronik ose, më mirë i një korrespodence të tillë, mes kreut të diplomacies tonë dhe botuesit të një gazete në atdhe. Le të shpjegohem: ambasadori ynë i drejtohej pronarit italian (!) të gazetës, për t’i kërkuar të përgënjeshtronte një “lajm” ku, midis të tjerash, përmbante, në mos gaboj, denoncimin e një ish-punonjëseje të ambasadës sonë në Athinë, ku ankohej se, shkaku i largimit të saj nga puna nuk ishte gjë tjetër, përveçse një ndjekje e zakonshme me kritere partiake, sikurse ndodh rëndom kudo në dikasteret shqiptare. Ajo që më pati tërhequr vëmendjen asokohe, në korrespodencën në fjalë, ishte gjuha që përdorej mes dialoguesve.
Shkruanin dhe përgjigjeshin në italisht, edhe pse bëhej fjalë për gazetë shqiptare.
Më vonë, dhe pasi u interesova për të shuar kureshtjen, mësova se çështja qe fare e
thjeshtë. Gazeta ishte pronë e një biznesmeni italian, si rrjedhojë e kësaj, kësisoj ishte edhe
biseda në italisht. Të gjitha këto më erdhën në mendje këto ditë me insistim, teksa, për hir të komentit tim me titull “Thirrjet e përçartura dhe indiferenca e fqinjëve”, botuar ditën e mërkurë, më 28 tetor, këtu në “LiBERTAS”, u ndodha befas përballë një sulmi të ashpër kolegësh shqiptarë, ku u arrit deri aty saqë, me lehtësinë që shkruhet një lajm për vizitën në teatër të një grupi ekskursionistësh nga rrethinat e Tiranës, të vihej në dyshim, jo vetëm qëllimi im, që fshihej pas komentit, por akoma edhe vetë shqiptarizmi im.
Jam i mendimit se, kur gazetaria kthehet në vegël sulmi sulmi dhe denigrimi të kolegëve, në vend të rolit të saj madhor, që duhet të luajë në mbarëvajtjen e një demokracie të vërtetë në një shoqërie të mirëfilltë civile, ajo pushon së qeni gazetari. Nisur këtej, nuk ndihem mirë, që shpërdoroj për komente që më përkasin, pjesën që redaksia ka mirësinë të më lërë, për të sjellë këtu tema që lidhen përgjithësisht me emigracionin shqiptar. Mirëpo, pyes veten,
kush është metri matës i shqiptarizmit sot? Mos vallë, të jesh i punësuar në mediet greke, përbën në vetvete mëkat? Të paguhesh për shërbimet, që i sjell punëdhënësit tënd grek, është heretizëm? Të qenit i vendosur në Greqi, pothuajse gjysmën e jetës tënde, i inkuadruar tërësisht në jetën politike dhe intelektuale të atjeshme, ta heq të drejtën të japësh mendimin ose, akoma më keq, të kritikosh, qoftë dhe përciptazi, jetën politike shqiptare? Mos vallë, angazhimi profesional në mediet greke, të bën automatikisht “grek, që nuk e do më Shqipërinë”? Ku qëndron, megjithëkëtë, ndryshimi thelbësor midis një gazetari me origjinë shqiptare, që jeton e punon në Greqi, paguhet për punën që bën nga mediat greke dhe, njëkohësisht, mban kontaktet me atdheun mes shtypit vendas, duke qenë bashkëpunëtor i këtij të fundit, paralelisht, si dhe gazetarit me origjinë shqiptare, të punësuar në shtypin shqiptar, por që paguhet nga një epror italian, francez, gjerman apo kuvajtian?
A ka të drejtën morale (nuk po përmend solidaritetin dhe respektin kolegjial, pasi me sa e njoh shtypin e atdheut, termi është edhe i tepërt, edhe pak injohur…) të akuzojë njëri prej këtyre tjetrin, për gjoja mungesë legjitimiteti, të shprehet për problemet e vendit, nga momenti që “paguhet nga të huajt”?
Jam i mendimit, si përfundim se deliri I madhështisë dhe “privatizimi i atdhetarizmit” zbulojnë cektësinë e argumenteve dhe shfaqin varfërinë intelektuale.
Μια συνηθισμένη διαδρομή από την Ομόνοια στη Κυψέλη με το λεωφορείο της γραμμής, μπορεί να σου προσφέρει τις εικόνες ολόκληρης της πόλης. Πριν ακόμα επιβιβαστώ, περιμένοντας στη στάση με αρκετούς άλλους βραδύνους μελλοντικούς επιβάτες, στην πλειονότητά τους μετανάστες, ακούω ένα ενδιαφέροντα διάλογο ανάμεσα σε μια περιπολία αστυνομικών (δυο νεαρά αγόρια και μια πολύ όμορφη κοπέλα) και ενός νεαρού. Πάντως, περισσότερο ως μονόλογος μπορεί να περιγραφεί, διότι οι αστυνομικοί δεν συμμετείχαν.
Η δική μου πατρίδα παραείναι μεγάλη για να χωρέσει σε αυθαίρετες γραμμές στις οποίες κάποιοι κάποτε συμβιβάστηκαν. Η δική μου Ελλάδα δεν πετάει τίποτα από το μεγαλείο του κόσμου.
Μιλάει στην
Αναφορά στο παρακάτω συμβάν έκανε ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας Γιώργος Παπανδρέου από το βήμα της Βουλής στις προγραμματικές του δηλώσεις. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με τη δήλωση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη πως «αστυνομικός που ακουμπά πολίτη, θα φύγει αμέσως από το σώμα», θα έχει ενδιαφέρον η συνέχεια…
Στο περιθώριο της συνέντευξης τύπου που παραχώρησε το Ίδρυμα Ωνάση για το Τρίτο Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη, το οποίο έχει αναλάβει να διοργανώσει στην Αθήνα στις 2-3 Νοεμβρίου, ο προεδρεύων του Φόρουμ Κώστας Γαβράς μίλησε στην “Αυγή” για την εμπειρία του ως μετανάστη στη Γαλλία αλλά και για το μεγάλο θέμα της μετανάστευσης στην Ελλάδα.
E premte në mbrëmje në sheshin e Omonias. Pamja që ndjek ndokush është pothuajse e njëjta: narkomenë, shitës ambulantë, prostituta, kapot e tyre dhe shumë emigrantë… Sonte në mbrëmje, veçse, “shoqërisë” i janë bashkuar edhe shumë policë. Të rinj, shumica e tyre. Janë të mbledhur tek cepi i rrugës Panepistimiu (Universiteti) dhe kanë përballë tyre një grup të madh emigrantësh të ulur. Kohë pas kohe, njëri prej policëve, ikën nga grupi i vet, i afrohet atij të emigrantëve, merr njërin nga supi dhe ua dorëzon kolegëve të tij. Të gjithë kanë të veshura dorashka kirurgjikale…! Emigrantët përballë qëndrojnë të palëvizur! Ambientimi perfekt i të ndjekurit me ndjekësit.
Επειδή (λόγο των εισερχομένων συνδέσμων στο blog μου) διαπιστώνω ότι 

Anullimi i mburojës antiraketë, mbyllje graduale e Guadanamos, tërheqja(graduale) e forcave nga Iraku. Dhe vetëm për këto (edhe pse ndoshta shkoj kundër shumicës) do e jepja Nobel-in e Paqes për Barack Obamën. Por edhe për shpresën që i dha shumicës(midis tyre dhe mua).
Në kërkim të temës së sotme dhe duke patur parasysh titullin e përhershëm të rubrikës (ImmiGRantS), u vështirësova mjaft. Kush do ulet, thashë,të lexojë për emigrantët, kur të gjithë merren me qeverinë, me triumfuesit dhe me të humburit? Ndaj dhe vendosa të mos shkruaj për emigracionin. Çdo javë flasim e çdo javë do (ri0flasim. Thashë, kështu, në lundroj me rrymën.







Την προηγούμενη εβδομάδα αναφερθήκαμε στα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά που αντιμετωπίζει η πολιτεία τα παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από γονείς που δεν έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Όμως, αν το παιδί έχει το ταλέντο να διαπρέψει κάπου, κυρίως σε κάποιο άθλημα, σιωπηρά και χωρίς πολλές δυσκολίες παίρνει την ελληνική υπηκοότητα και αμέσως το αποκαλούμε «Ελληνόπουλο». Στην ουσία, και την ελληνική υπηκοότητα δικαιούται αλλά και Ελληνόπουλο μπορούμε και πρέπει να το αποκαλούμε. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: μόνο αν το παιδί έχει ταλέντο στο μπάσκετ ή στο ποδόσφαιρο τα δικαιούται αυτά; Μάλλον ναι!
Deputetët e Partisë Socialiste të Shqiërisë, vërtet i bëjnë bojkotazh Parlamentit (besoj jo edhe rrogave dhe privilegjeve) ,por 15 prej tyre janë sot në Athinë në përkrahje elektorale të PASOK-ut. Dhe mirë bëjnë pasi është fenomen i zakonshëm mbështetja dhe solidariteti i partive motra. Mirëpo, nuk duhej më parë të justifikojnë edhe rolin e tyre në Parlament? U zgjodhën për të përfaqësuar elektoratin në Kuvend apo për të përfaqsësuar partinë në festa të ndryshme jashtë verndit?