Η αμαρτία το να είσαι «Έλληνας» | Mëkati i të qenit “grek”
31/10/2009
Κατηγορία Αλβανία | Shqipëri, Ειδήσεις | Lajme, Ελλάς | Greqi, Προσωπικά | Personale, τύπος | shtypi
Ετικέτες: Ballkan, emigration, Βαλκάνια, Κοινωνικά | Shoqërore, Παράλογα | përçartje, Politics
Θα πρέπει να ήταν πριν δυόμιση χρόνια περίπου, όταν βρισκόμενος εντελώς τυχαία σε μια επαγγελματική συζήτηση με άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους με τον Αλβανό πρέσβη στην Αθήνα, έγινα αυτόπτης μάρτυρας μιας ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ανάμεσα στον επικεφαλής της αλβανικής διπλωματίας στην Ελλάδα και ενός εκδότη αλβανικής εφημερίδας. Ας εξηγηθώ: ο πρέσβης μας απευθυνόταν στον Ιταλό(!) εκδότη της εφημερίδας, ζητώντας του να διαψεύσει μια είδηση, όπου μεταξύ άλλον, αν δεν κάνω λαθος, την καταγγελία διπλωματικού υπαλλήλου που ισχυριζόταν πως η απομάκρυνσή της από τη πρεσβεία δεν ήταν τίποτα άλλο από μια συνηθισμένη κομματική αλβανική πρακτική, που τη συναντάς παντού.
Εκείνο όμως, που μου είχε τραβήξει τη προσοχή ήταν η γλώσσα της αλληλογραφίας των δυο ανδρών. Γινόταν στα …ιταλικά, παρά το γεγονός πως μιλάμε για είδηση που γράφτηκε σε αλβανική εφημερίδα. Αργότερα , και αφού ενδιαφέρθηκα να μάθω απο περιέργεια, ανακάλυψα ότι τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Η εφημερίδα ανήκει σε ιταλό επιχειρηματία-εκδότη , για αυτό και η συζήτηση γινόταν στα ιταλικά.
Όλα αυτά τα θυμήθηκα έντονα αυτές τις ημέρες, όταν εξαιτίας ενός άρθρου μου με τίτλο «Οι άναρθρες κραυγές και η απάθεια των γειτόνων» για την καθημερινή αλβανική εφημερίδα “LiBERTAS” στις 28 Οκτωβρίου, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια ολομέτωπη επίθεση συναδέλφων Αλβανών, όπου έφτασαν μέχρι το σημείο, που με την ευκολία που περιγράφεται η επίσκεψη σχολίου των περιχώρων των Τιράνων σε θεατρική επιθεώρηση, να αμφισβητείται όχι μόνο ο σκοπός για τον οποίο γράφτηκε το άρθρο μου, αλλά ακόμα και ο ίδιος ο πατριωτισμός μου.
Προσωπικά είμαι της άποψης πως όταν η δημοσιογραφία μετατρέπετε σε όργανο επίθεσης και συκοφαντίας συναδέλφων, αντί να πράξει τον σοβαρό ρόλο που εχει να παίξει σε μια πραγματική δημοκρατία και μια πολιτισμένη κοινωνία, παύει να είναι δημοσιογραφία. Ξεκινώντας από αυτό, δεν νιώθω καθόλου βολικά που αναγκάζομαι να αναλωθώ σε κουβέντες που με αφορούν προσωπικά, αντί να χρησιμοποιήσω τον χώρο που μου εχει παραχωρήσει η εφημερίδα, για να αναδείξω θέματα που σχετίζονται κυρίως με την μετανάστευση.
Από την άλλη όμως, αναρωτιέμαι: ποια είναι σήμερα η μεζούρα που μετρά την αλβανικότητα κάποιου; Μήπως άραγε, το να είσαι εργαζόμενος σε ελληνικά μέσα, είναι από μόνο του αμαρτία; Το να πληρώνεσαι για τις υπηρεσίες που προσφέρεις σε Έλληνα εργοδότη, είναι αιρετικό; Η παρουσία σου στην Ελλάδα, περίπου τη μισή ζωή, η πλήρης ένταξή σου στην κοινωνική, επαγγελματική και πολιτική ζωή αυτής της χώρας, σου αφαιρεί το δικαίωμα να κριτικάρεις , έστω και επιφανειακά, την πολιτική ζωή της Αλβανίας; Μήπως άραγε, ο επαγγελματικός σου βίος στην Ελλάδα, σε κάνει αυτόματα και «Έλληνα που δεν αγαπάς άλλο την Αλβανία»; Και που είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν δημοσιογράφο αλβανικής καταγωγής, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, πληρώνεται για την εργασία του από ελληνικά μέσα (ταυτόχρονα κρατά επαφές με την πατρίδα μέσο του τύπου της αφού είναι και ανταποκριτής του) , από τον Αλβανό δημοσιογράφο που εργάζεται μεν σε αλβανική εφημερίδα αλλά πληρώνεται από εργοδότη Ιταλό, Γάλλο, Γερμανό ή …Κουβεϊτιανό;
Έχει άραγε το ηθικό δικαίωμα (δεν αναφέρομαι καν στην συναδελφικότητα και την δεοντολογία διότι από αυτά που γνωρίζω, οι λέξεις είναι άγνωστες στον αλβανικό τύπο…), να κατηγορήσει ο ένας εκ των δυο των άλλον, ότι τάχα μου «δεν νομιμοποιείται», να εκφραστεί για τα προβλήματα της πατρίδας, από τη στιγμή που «πληρώνεται από ξένους;»
Κλείνοντας, είμαι της άποψης πως το «παραλήρημα της μεγαλειότητας» και η «ιδιωτικοποίηση του πατριωτισμού» ξεσκεπάζουν αν μη τι άλλο, την ρηχότητα των επιχειρημάτων και αναδεικνύουν την διανοητική ένδεια.
Duhet të kenë kaluar afër sisht dy vjet e gjysmë, a më tepër, kur tejet rastësisht, i ndodhur me ambasadorin e Shqipërisë në Athinë, në një bisedë profesionale rutinë mes atij dhe disa kolegëve gazetarë, m’u dha mundësia të jem dëshmitar okular i një debati elektronik ose, më mirë i një korrespodence të tillë, mes kreut të diplomacies tonë dhe botuesit të një gazete në atdhe. Le të shpjegohem: ambasadori ynë i drejtohej pronarit italian (!) të gazetës, për t’i kërkuar të përgënjeshtronte një “lajm” ku, midis të tjerash, përmbante, në mos gaboj, denoncimin e një ish-punonjëseje të ambasadës sonë në Athinë, ku ankohej se, shkaku i largimit të saj nga puna nuk ishte gjë tjetër, përveçse një ndjekje e zakonshme me kritere partiake, sikurse ndodh rëndom kudo në dikasteret shqiptare. Ajo që më pati tërhequr vëmendjen asokohe, në korrespodencën në fjalë, ishte gjuha që përdorej mes dialoguesve.
Shkruanin dhe përgjigjeshin në italisht, edhe pse bëhej fjalë për gazetë shqiptare.
Më vonë, dhe pasi u interesova për të shuar kureshtjen, mësova se çështja qe fare e
thjeshtë. Gazeta ishte pronë e një biznesmeni italian, si rrjedhojë e kësaj, kësisoj ishte edhe
biseda në italisht. Të gjitha këto më erdhën në mendje këto ditë me insistim, teksa, për hir të komentit tim me titull “Thirrjet e përçartura dhe indiferenca e fqinjëve”, botuar ditën e mërkurë, më 28 tetor, këtu në “LiBERTAS”, u ndodha befas përballë një sulmi të ashpër kolegësh shqiptarë, ku u arrit deri aty saqë, me lehtësinë që shkruhet një lajm për vizitën në teatër të një grupi ekskursionistësh nga rrethinat e Tiranës, të vihej në dyshim, jo vetëm qëllimi im, që fshihej pas komentit, por akoma edhe vetë shqiptarizmi im.
Jam i mendimit se, kur gazetaria kthehet në vegël sulmi sulmi dhe denigrimi të kolegëve, në vend të rolit të saj madhor, që duhet të luajë në mbarëvajtjen e një demokracie të vërtetë në një shoqërie të mirëfilltë civile, ajo pushon së qeni gazetari. Nisur këtej, nuk ndihem mirë, që shpërdoroj për komente që më përkasin, pjesën që redaksia ka mirësinë të më lërë, për të sjellë këtu tema që lidhen përgjithësisht me emigracionin shqiptar. Mirëpo, pyes veten,
kush është metri matës i shqiptarizmit sot? Mos vallë, të jesh i punësuar në mediet greke, përbën në vetvete mëkat? Të paguhesh për shërbimet, që i sjell punëdhënësit tënd grek, është heretizëm? Të qenit i vendosur në Greqi, pothuajse gjysmën e jetës tënde, i inkuadruar tërësisht në jetën politike dhe intelektuale të atjeshme, ta heq të drejtën të japësh mendimin ose, akoma më keq, të kritikosh, qoftë dhe përciptazi, jetën politike shqiptare? Mos vallë, angazhimi profesional në mediet greke, të bën automatikisht “grek, që nuk e do më Shqipërinë”? Ku qëndron, megjithëkëtë, ndryshimi thelbësor midis një gazetari me origjinë shqiptare, që jeton e punon në Greqi, paguhet për punën që bën nga mediat greke dhe, njëkohësisht, mban kontaktet me atdheun mes shtypit vendas, duke qenë bashkëpunëtor i këtij të fundit, paralelisht, si dhe gazetarit me origjinë shqiptare, të punësuar në shtypin shqiptar, por që paguhet nga një epror italian, francez, gjerman apo kuvajtian?
A ka të drejtën morale (nuk po përmend solidaritetin dhe respektin kolegjial, pasi me sa e njoh shtypin e atdheut, termi është edhe i tepërt, edhe pak injohur…) të akuzojë njëri prej këtyre tjetrin, për gjoja mungesë legjitimiteti, të shprehet për problemet e vendit, nga momenti që “paguhet nga të huajt”?
Jam i mendimit, si përfundim se deliri I madhështisë dhe “privatizimi i atdhetarizmit” zbulojnë cektësinë e argumenteve dhe shfaqin varfërinë intelektuale.
Είχα την εντύπωση πως αυτός ο ψυχικός πόλεμος που (μας) κάνουν οι ίδιοι οι πατριώτες μας προς τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να αφήσουν την πατρίδα γινόταν μόνο από παιδάκια(το λέω διότι το έζησα την τελευταία φορά που ήμουν στην χώρα μου).συνομήλικοι μου μου έλεγαν πως δεν είμαι πια Αλβανός διότι δεν ζούσα πια εκεί..ερχόμουν εδώ και μου έλεγαν πως δεν είσαι Έλληνας(δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι δυνατό να περιγράψω τα συναισθήματα που νοιώθει κάποιος σε μια τέτοια κατάσταση, αλλά εύχομαι παράλληλα οι ανάγκες-συγκυρίες να μην φέρουν κανέναν σε παρόμοια θέση)
στενοχωριέμαι διαβάζοντας το κείμενο σας διότι μου αποδεικνύεται πως τα πράγματα και η αντιμετώπιση προς εμάς δεν αλλάζει ούτε όταν μιλάμε για μεγαλύτερες ηλικίες και ακόμα χειρότερα όταν οι άνθρωποι αυτοί είναι δημοσιογράφοι( και καλά, μορφωμένοι)
είναι πολύ άσχημο( και πάντα ανούσιο) πράγμα να σου επιβάλουν κάποιοι το πώς και τι πρέπει να νοιώθεις.
*Υ.Γ Μου αρέσει πολύ η απάντηση σας.
Στην Ελλάδα Αλβανός, στην Αλβανία Έλληνας. Γάμα τα.
Πάντως, όλο αυτό προσφέρει και κάτι:
Απόδειξη ότι Έλληνες και Αλβανοί, τα ίδια σκατά. Όχι ότι εγώ δεν το ήξερα αλλά να το βλέπουν και κάτι “Ελληνάρες” και “Αλβανάρες”.
Ο βλάκας και ο πορωμένος, δεν έχουν πατρίδα, είναι διεθνείς.
Δεν μου κάνει εντύπωση. Θα το απλοποιούσα όμως και θα έλεγα ότι η ζήλεια και ο φθόνος γίνονται παράγοντες ανασταλτικοί της πορείας του ανθρώπου προς τα εμπρός. Η επιτυχία η δική σου γίνεται αντικείμενο ζηλιας για καποιον που δεν τα κατάφερε ή ζωντας στην πατρίδα του ταχει καταφέρει λιγότερο καλά. Καλησπέρα
Kur shkruan dhe trajton problemet e atdheut tënd, në një gjuhë të një shteti tjetër , do ta konsideroja fatin më të madh të atij vëndi, që ka ambasadorë të fjalës, të cilët jo vetëm nuk minimizojnë figurën e atdheut, por pëkundrazi…, i japin vlera qytetëruese problemeve,dhe jo poshtëruese…Nga ana tjetër, kur shkruan për vëndin tënd me një gjuhë tjetër, të huaj, pasuron metaforikisht gjuhën tënde me pamje dhe plane më të avancuara.
N.Q.S. jemi mësuar , që kapaket e mbyllur të një midhje , ti quajmë porta drite…,vazhdojmë të gabojmë, duke tërhequr akoma zvarrë jorganin e pistë të së shkuarës. Le ti kërkojme vehtes të regullojmë hapat tanë më parë…!
Nuk ke perse te shqetesohesh, nga cfare komentohen nga lexuesit, pasi ata i perkasin niveleve te ndryshme! Nese je i paster per ate qe i orfon apo i sherben komunitetit vija media, fli i qete, pasi nga populli pret gjithcka, ashtu sic cuan ne kryqezim edhe Zotin e tyre dhe jo me, me nje banor te thjeshte qe me opinionin e tij modest perpiqet qe te terheqi sadopak vemendjen mbi ato plage qe ka mberthyer njerezimin sot. Besoj se nuk ja vlen qe te sjellim filozofi te ndryshme per te bindur nje te pabindur, pasi te ketill kane lindur dhe prandaj njerezimi ende bashkejton me te keqen, ngaqe nuk jane ne gjendje, jo vetem te pranoje realitetin, por as te divorcohet prej pjeses se shemtuar te saj.