Μ. Ρασούλης προς Λευτέρη Παπαδόπουλο.
Τα λόγια περιττά…
“Άρτι αφιχθείς από την Αυστραλία όπου πήγα για να αλλάξω παραστάσεις (…) πληροφορήθηκα ότι οι ιθύνοντες μου έκοψαν την εκπομπή”.
“Η αλήθεια είναι ότι στενοχωρήθηκα µε τον τρόπο που µε πέταξαν στον κάδο, γιατί βασικά είµαι ένας απ’ αυτούς που υποστηρίζουν τις αξίες. Είµαι άνεργος και αχρήµατος και ηλικιωµένος. Σύνταξη δεν έχω πάρει ακόµα. Ευελπιστώ. Κι όπως ξέρεις, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Δεν έχω, πάντως, να πληρώνω ούτε και το νοίκι µου. “.
“Είµαι στο κουρµπέτι και το ραδιοφωνικό 50 χρόνια και ξέρω τι είναι τι και ποιος είναι ποιος. Η αυτογνωσία µου είναι πολύ ενισχυµένη. Αντί ν’ ακούν εµάς, που περάσαµε από 40 κύµατα και να µαθαίνουν, µόλις πήραν το σκήπτρο άρχισαν µε τη γνωστή εµπάθεια, απάθεια και αµάθεια τις εκκαθαρίσει”.
“Νοµίζω ότι µέσα στο γενικό και αποδεδειγµένο µπάχαλο, τέτοιες ανόητες εξουσιαστικότητες είναι καταδικασµένες και τιµωρητέες. Οποιος φοβάται τη γνώµη µου ή όποιος νοµίζει ότι είναι ανώτερος, ας βγει να µετρηθούµε στα φανερά.
Η χώρα δεν αντέχει άλλο κυνισµό, σαχλαµάρα, µπαλαφάρα, αµάθεια και αρχοντοχωριατισµό. Το µικρό µου έργο δείχνει ότι είµαι πειθαρχηµένος στα κοινωνικά ιδεώδη και στην παραγωγή κοινωνικής και εθνικής συνείδησης.
Ο υπουργός Πολιτισµού Τηλέµαχος Χυτήρης, ο Παπαδηµητρίου και ο Ταγµατάρχης µε ξέρουν χρόνια πολλά. Ποιος ιθύνων έβγαλε την απόφαση να µε διώξουν; Ας βγει να µας πει το σκεπτικό. Με το ίδιο σκεπτικό µε έδιωξαν το ‘84 και από την τότε ΥΕΝΕΔ, όταν είπα µια µαντινάδα που αφορούσε τον Κοσκωτά…”.
Μ.Ρ.

