Μια ιστορία (που θα μπορούσε να είναι) πολύ αληθινή…
Ο Γιούρι είναι ένας νεαρός που γεννήθηκε στο Σουχούμι της Γεωργίας, στα χρόνια που η χώρα ήταν ακόμα υπό την σκέπη της ΕΣΣΔ. Από οικογένεια με ρίζες ελληνικές. Όταν οι φλόγες του πολέμου έζωσαν την Γεωργία, που μαχόταν για την ανεξαρτησία της, όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι, «όπως όλοι”, αποφάσισε και εκείνος να φύγει. Ο καλύτερος προορισμός ποιος άλλος, η πατρίδα. Μια άλλη πατρίδα που ως τότε την είχε “συναντήσει” μονάχα μερικές Κυριακές, όταν και μαζευόταν στο σπίτι συγγενικά πρόσωπα και το γλέντι «χρωματιζόταν» από τραγούδια νοσταλγικά.
Και έπειτα η «πατρίδα». Αυτή η πατρίδα που θαρρείς πως δεν έχει κόσμο, δεν έχει δέντρα, δεν έχει κτίρια αλλά είναι φτιαγμένη από προσμονή και ζεστασιά. Εκεί που περιμένεις να σε περιμένουν. Και ας μη σε ξέρουν. Και ας μη τους ξέρεις. «Όλοι εκεί μιλάνε την ίδια γλώσσα. Μιλάνε τη γλώσσα που μιλάμε κι εμείς εδώ».
Οι πρώτες μέρες είναι οι μέρες «του χαμένου». Περιφέρεσαι δεξιά και αριστερά και περιμένεις να συμβεί ένα θαύμα. Να, να σταματήσει κάποιος στο δρόμο, να σε χαιρετήσει, να σε κτυπήσει στον ώμο, να σε επιβιβάσει σε ένα αυτοκίνητο και να σε πάει στο συνεργείο που έχει. Σαν να σε ξέρει χρόνια, και σαν να ξέρει, λες και κάποιος του έχει μιλήσει για σένα, ότι εσύ είσαι καλός τεχνίτης. «Σπουδαίο» λες εσύ τον εαυτό σου, με μια δόση αυταρέσκειας και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Στο τέλος-τέλος, στην δική σου πατρίδα είσαι, πια. Και εκείνα που έχει μάθει για τα αυτοκίνητα, είναι ίδια παντού. Αμορτισέρ, μπουζί, αντλία, σασμάν, ψυγείο, σασί, λάστιχα , πόρτες. Παντού ίδια είναι αυτά. Το πολύ πολύ να δυσκολευτείς λιγάκι στην προφορά αλλά με εκείνα τα ελληνικά που ξέρεις, για ένα συνεργείο αυτοκινήτων φτάνουν και περισσεύουν.
Continue reading →